12/1/22 - Αλληλεγγύη στους εξεγερμένους του Καζακστάν

Στις αρχές Γενάρη, μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στο Καζακστάν. Σε πρώτο στάδιο, οι κινητοποιήσεις ήταν αποτέλεσμα της αντίδρασης των εργατών στον υπερδιπλασιασμό της βενζίνης από 50 τενγκέ (το νόμισμα του Καζακστάν) σε 120 τενγκέ το λίτρο.

Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις πλούσιες σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο περιοχές στα Δυτικά της χώρας, ιδιαίτερα στο Ζανιαοζέν, μια πόλη με πλούσια ιστορία εργατικών αγώνων. Εκεί, το 2011, οι εργάτες του εξορυκτικού τομέα είχαν βγει σε απεργία, και οι αρχές απάντησαν εξαπολύοντας κρατική τρομοκρατία και ανοίγοντας πυρ στις εργατικές διαδηλώσεις. Σκοτώθηκαν δεκάδες εργάτες από εκείνη την καταστολή. 

Καθώς ο κόσμος δεν έβλεπε καμιά διάθεση από την κυβέρνηση να κάνει παραχωρήσεις, οι διαδηλώσεις άρχισαν να απλώνονται όχι μόνο σε πόλεις της Δύσης - Ακτάου, Ζανιαοζέν, Ατιράου και άλλες, αλλά σε ολόκληρο το Καζακστάν. Μέχρι στιγμής, πόλεις όπως το Ουράλσκ, το Ακτόμπε, το Κοστανάι, το Νουρ-Σουλτάν, το Παβλοντάρ, το Ταράζ, το Σικμέντ και το Κιζιλορντά βρίσκονται σε αναταραχή. Η πιο βίαιη σύγκρουση λαμβάνει χώρα στην Άλμα-Ατα, στον Νότο.

Όταν η κυβέρνηση συμφώνησε να επιστρέψει τις τιμές του αερίου στις Δυτικές περιοχές της χώρας στην αρχική τους κατάσταση, ήταν ήδη πολύ αργά. Όχι μόνο επειδή οι διαδηλώσεις είχαν απλωθεί στις περισσότερες περιοχές της χώρας, αλλά και γιατί οι διαδηλωτές είχαν επεκτείνει τα αιτήματά τους, τα οποία πλέον είχαν να κάνουν με μια μεγάλη γκάμα κοινωνικό-οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων. 

Αυτή είναι μια μη-πλήρης λίστα των αιτημάτων των εργατών του Καζακστάν: • Αλλαγή στο πολιτικό καθεστώς. 

• Να έρθει στην εξουσία ένα πρόσωπο που θα είναι αναγνωρισμένο ως επαναστάτης. 

• Συνολική απομάκρυνση από την εξουσία του Ναζαρμπάγεφ και όλων των υποτακτικών του, περιλαμβανομένου του νυν προέδρου της χώρας, Τοκάγεφ. • Λαϊκή εκλογή των ακίμ (δημάρχων, κυβερνητών) κάθε περιοχής και κάθε πόλης (προς στιγμήν, αυτά τα αξιώματα τα καλύπτουν άνθρωποι που διορίζονται από τα πάνω). • Επιστροφή στο Σύνταγμα του 1992 (αυτό το Σύνταγμα διαφέρει από το τωρινό, καθώς, για παράδειγμα, το νομοθετικό σώμα του κράτους είναι το Ανώτατο Σοβιέτ και όχι το κοινοβούλιο). • Καμία δίωξη σε βάρος των κοινωνικών και πολιτικών αγωνιστών. • Μείωση των τιμών στους λογαριασμούς των υπηρεσιών και στη στέγαση. • Μείωση των τιμών στα τρόφιμα. • Αύξηση μισθών σε όλους τους εργάτες. • Αύξηση στο επίδομα ασθένειας. • Αύξηση στις συντάξεις. 

• Μείωση του ορίου συνταξιοδότησης στα 60 για τους άνδρες και στα 58 για τις γυναίκες. • Μείωση των τιμών των καυσίμων. • Αύξηση στα επιδόματα παιδιού.

Κινητήρια δύναμη

Με βάση αυτό το σύνολο αιτημάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κινητήρια δύναμη των διαδηλώσεων είναι οι εργαζόμενοι του Καζακστάν. Δεν υπάρχει ανάμεσα στα αιτήματα τίποτα για την αύξηση των ελευθεριών ατομικής ιδιοκτησίας ή για τη μείωση των φόρων εισοδήματος για τους επιχειρηματίες. Είναι ίσως ένδειξη της έλλειψης επιρροής της μικροαστικής και της αστικής τάξης στις μάζες που διαδηλώνουν.

Επειδή οι αρχές της χώρας έδειξαν την ανικανότητά τους να καλύψουν όλα ή τουλάχιστον κάποια από τα αιτήματα των διαδηλωτών, οι κινητοποιήσεις άρχισαν να κλιμακώνονται προς την ανοιχτή εξέγερση. Η κατάσταση της κυβέρνησης του Καζακστάν επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο λόγω μιας πανεθνικής απεργίας στις εξορυκτικές βιομηχανίες.

Η εξέγερση χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο βίας. Οι εξεγερμένοι εργάτες εισβάλλουν σε κυβερνητικά κτήρια, αφοπλίζουν και συλλαμβάνουν μέλη της Εθνοφρουράς και της αστυνομίας, αρπάζουν μικρά όπλα από οπλοπωλεία, στήνουν οδοφράγματα και οργανώνουν περιπολίες στους δρόμους.

Πιο εμφανές αυτό έγινε στο Αλμάτι (Άλμα Άτα), τη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Εκεί, οι εξεγερμένοι άρπαξαν και έκαναν στάχτη το ακιμάτ της πόλης (το δημαρχιακό μέγαρο), έβαλαν φωτιά στην προεδρική κατοικία και επιχείρησαν να εισβάλουν στο αστυνομικό αρχηγείο της πόλης και τη στρατιωτική ακαδημία. Σε κάποια στιγμή, οι δυνάμεις ασφαλείας εγκατέλειψαν εντελώς την πόλη. Η κρατική προπαγάνδα κατηγόρησε τους εξεγερμένους για πλιάτσικο και καταστροφές. Ωστόσο, οι ίδιοι οι εξεγερμένοι εργάτες οργάνωσαν περιπολίες για να εντοπίσουν τους πλιατσικολόγους και να σταματήσουν επι τόπου τις δραστηριότητές τους. 

Υποχωρήσεις

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο πρόεδρος Τοκάγιεφ έκανε τελικά κάποιες υποχωρήσεις: εξέδωσε διάταγμα για τη μείωση και τη σταθεροποίηση των τιμών του φυσικού αερίου, διέλυσε την κυβέρνηση, έδιωξε τον πρώην πρόεδρο του Καζακστάν, Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ από τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας και ανέλαβε ο ίδιος αυτό το πόστο. Αυτή η τελευταία κίνηση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί ο Ναζαρμπάγεφ, έχοντας οργανώσει ο ίδιος τη μετάβαση εξουσίας, διόρισε πρόεδρο τον Τοκάγεφ, αλλά συνέχισε να ασκεί τεράστια επιρροή στην πολιτική της κυβέρνσηης. Αυτή τη στιγμή, ο Ναζαρμπάγεφ έχει φύγει και κρύβεται μαζί με τις κόρες του στη Ρωσία.

Το πρόβλημα είναι ότι ο σημερινός πρόεδρος Τοκάγεφ δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα για να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις και να ανταποκριθεί στα αιτήματα των εξεγερμένων. Το γεγονός αυτό συνεισφέρει στη συνέχιση της εξέγερσης.

Επίσης σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Εθνοφρουρά και οι αστυνομικές δυνάμεις κατά ένα μέρος έχουν ταχθεί με τους εξεγερμένος. Υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές για ένοπλους Εθνοφρουρούς και αστυνομικούς που αρνούνται να ασκήσουν βία ενάντια στους εργάτες, με ορισμένους από αυτούς να εντάσσονται στις γραμμές των διαδηλωτών, ενώ μία από τις αστυνομικές μονάδες πέρασε συνολικά στο στρατόπεδρο της αντίστασης μαζί με τα θωρακισμένα της οχήματα.

Η ταχύτητα των εξελίξεων έκανε τον Τοκάγεφ να καταλάβει ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να ανταπεξέλθει σε ό,τι συνέβαινε μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Γι’αυτό και στις 5 Γενάρη, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν και τον Αλεξάντερ Λουκασένκο, πρόεδρο της Λευκορωσίας, και στη συνέχεια έστειλε επίσημη έκκληση στον ΟΣΣΑ (Οργανισμός Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας, μια “αμυντική” συμφωνία μεταξύ της Ρωσίας και άλλων πέντε μετασοβιετικών κρατών) για να επέμβει στην κατάσταση και να “αποκαταστήσει τη σταθερότητα της χώρας”. Όμως, ο ΟΣΣΑ είναι ένα σύμφωνο που σχετίζεται με την ασφάλεια απέναντι σε εξωτερικές απειλές, γι’ αυτό και ο Τοκάγεφ αναγκάστηκε να κατηγορήσει τους εξεγερμένους ότι τους έχουν οργανώσει ξένες δυνάμεις, ότι είναι “τρομοκράτες”, και ότι βρίσκονται υπό ξένο έλεγχο.

Ο ΟΣΣΑ αποδέχθηκε το αίτημα του Προέδρου Τοκάγεφ και συμφώνησε να στείλει στρατεύματα στο Καζακστάν. Τα εξής κράτη συμμετέχουν στην επέμβαση: Ρωσία (3000 στρατιώτες), Λευκορωσία (500 στρατιώτες), Τατζικιστάν (200 στρατιώτες), Αρμενία (70 στρατιώτες). Το Κιργιστάν αρχικά αρνήθηκε να στείλει στρατεύματα στο Καζακστάν και διακήρυξε τη μη-συμμετοχή του στην επιχείρηση καταστολής στο καζακικό έδαφος. Ίσως αυτό συνδέεται με τις διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο Κιργιστάν ενάντια στην αποστολή στρατευμάτων. Αλλά μόλις στις 7 Γενάρη, ο πρόεδρος του Κιργιστάν άλλαξε γραμμή και υπέγραψε διάταγμα για την αποστολή στρατευμάτων στο Καζακστάν.

Η Λευκορωσία, το Τατζικιστάν, η Αρμενία και το Κιργιστάν είναι πλέον ημι-αποικίες της Ρωσίας και καταλαμβάνουν μια υποτελή θέση έναντι του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Αυτό σημαίνει πως ο ΟΣΣΑ, παρά την τυπική ισότητα των μελών στο εσωτερικό του, είναι και αυτός στρατιωτικά και πολιτικά υποταγμένος στη θέληση της Μόσχας.

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι οι ρώσικες αρχές θα αποτύχουν για μια ακόμη φορά να φτάσουν σε μια “μικρή νίκη”. Αντίθετα, μπορεί να προκύψει ότι οι ρώσικες ένοπλες δυνάμεις θα μείνουν μπλεγμένες στο Καζακστάν για πολύ καιρό.

Κατάρρευση

Σε συνδυασμό με διάφορες άλλες συγκρούσεις στις οποίες η Ρωσία εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα, μια παρουσία στο Καζακστάν μπορεί να συνεισφέρει στην καταρρευση του αντιδραστικού καθεστώτος Πούτιν μακροπρόθεσμα. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα η μακροπρόθεσμη παρουσία των ρώσικων ενόπλων δυνάμεων να οδηγήσει στην εμφάνιση νέων αποσχιστικών “Δημοκρατιών” στο Καζακστάν, όπως έγινε με το Λουγκάνσκ και το Ντονμπάς στην Ουκρανία. Οι Ρώσοι εθνικιστές ακτιβιστές και ΜΜΕ ζητάνε την κατάληψη των βόρειων περιοχών του Καζακστάν, όπου υπάρχει πολύς πληθυσμός ρώσικος και ρωσόφωνος. Οι εθνικιστές λένε πως οι Ρώσοι στο Καζακστάν απειλούνται από την πρόκληση εθνοτικού μίσους και ρωσοφοβίας. Όμως είναι σημαντικό ότι η ρωσοφοβία προκαλείται πρώτα απ’όλα από το γεγονός της ρώσικης επέβασης και από τις εκκλήσεις για κατοχή που κάνουν οι Ρώσοι εθνικιστές. 

Φυσικά, κανένα στοιχείο περί αντι-ρώσικων αιτημάτων και αισθημάτων δεν καταγράφεται στους εξεγερμένους εργάτες. Οι αγωνιζόμενοι εργάτες του Καζακστάν δεν έχουν αιτήματα και συνθήματα με στόχο να προκαλέσουν εθνοτικό μίσος, σοβινισμό ή ρατσισμό. Όλα αυτά υπάρχουν μόνο στο περιβάλλον του ρώσικου εθνικισμού.

Στις 7 Γενάρη που γράφουμε αυτό το κείμενο, η αναταραχή και οι απεργίες συνεχίζονται στο Καζακστάν, με βίαιες, ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών της επανάστασης και του στρατού στην Άλμα-Άτα. Οι ξένες δυνάμεις φτάνουν στη χώρα για να καταστείλουν τις διαδηλώσεις. Οι ανθρώπινες απώλειες από πλευρά και των δυνάμεων ασφαλείας και των αντιπάλων του καθεστώτος ανέρχονται ήδη σε δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, με πάνω από 3.000 διαδηλωτές να έχουν συλληφθεί.

Οι εξεγερμένοι στο Καζακστάν χρειάζοναι πλατιά υποστήριξη και αλληλεγύη. Τεράστιο ρόλο στη νίκη της επανάστασης ενάντια στην ξένη επέμβαση παίζει το μαζικό κίνημα στο εσωτερικό της επιτιθέμενης χώρας. Αυτοί που έκαναν επέμβαση στη Ρωσία μετά την επανάσταση του 1917, στη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου, αντιμετώπισαν τεράστιες απεργίες στις χώρες τους και διστακτικότητα των εργατών απέναντι στην προοπτική να πάνε στον πόλεμο ενάντια στα ταξικά τους αδέρφια. Αυτά τα μαθήματα από το παρελθόν μακάρι να δράσουν σαν παράδειγμα για όλους μας στο παρόν.

Σοσιαλιστική Τάση (Ρωσία)